Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιπτεράς

/pe.ɾi.pteˈɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που είναι ιδιοκτήτης περιπτέρου ή δουλεύει σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιπτεράς < περίπτερ(ο) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεριπτεράςπεριπτεράδες
Γενικήπεριπτεράπεριπτεράδων
Αιτιατικήπεριπτεράπεριπτεράδες
Κλητικήπεριπτεράπεριπτεράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →