περιπτεράς
•
- επάγγελμααυτός που είναι ιδιοκτήτης περιπτέρου ή δουλεύει σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιπτεράς < περίπτερ(ο) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιπτεράς | περιπτεράδες |
| Γενική | περιπτερά | περιπτεράδων |
| Αιτιατική | περιπτερά | περιπτεράδες |
| Κλητική | περιπτερά | περιπτεράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →