περιπτωσιολογικός
•
- σχετικός με την περιπτωσιολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιπτωσιολογικός < περιπτωσιολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιπτωσιολογικός | περιπτωσιολογική | περιπτωσιολογικό |
| Γενική | περιπτωσιολογικού | περιπτωσιολογικής | περιπτωσιολογικού |
| Αιτιατική | περιπτωσιολογικό | περιπτωσιολογική | περιπτωσιολογικό |
| Κλητική | περιπτωσιολογικέ | περιπτωσιολογική | περιπτωσιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιπτωσιολογικοί | περιπτωσιολογικές | περιπτωσιολογικά |
| Γενική | περιπτωσιολογικών | περιπτωσιολογικών | περιπτωσιολογικών |
| Αιτιατική | περιπτωσιολογικούς | περιπτωσιολογικές | περιπτωσιολογικά |
| Κλητική | περιπτωσιολογικοί | περιπτωσιολογικές | περιπτωσιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →