Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιπτωσιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την περιπτωσιολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιπτωσιολογικός < περιπτωσιολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριπτωσιολογικόςπεριπτωσιολογικήπεριπτωσιολογικό
Γενικήπεριπτωσιολογικούπεριπτωσιολογικήςπεριπτωσιολογικού
Αιτιατικήπεριπτωσιολογικόπεριπτωσιολογικήπεριπτωσιολογικό
Κλητικήπεριπτωσιολογικέπεριπτωσιολογικήπεριπτωσιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριπτωσιολογικοίπεριπτωσιολογικέςπεριπτωσιολογικά
Γενικήπεριπτωσιολογικώνπεριπτωσιολογικώνπεριπτωσιολογικών
Αιτιατικήπεριπτωσιολογικούςπεριπτωσιολογικέςπεριπτωσιολογικά
Κλητικήπεριπτωσιολογικοίπεριπτωσιολογικέςπεριπτωσιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →