περιρρέω
•
- ρέω, κυλώ γύρω γύρω Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαπερνώ, χαρακτηρίζω, είμαι διάχυτος, επιδρώ έντονα σε κάτι επηρεάζοντάς το Βικιλεξικό
- στην έκφραση: περιρρέουσα ατμόσφαιρα
Ετυμολογία
περιρρέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιρρέω < περί + ῥέω. Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + ρέω με διπλασιασμό ρρ
Άλλοι τύποι
περιέρρεαπεριέρρευσαπεριρρέομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →