Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περισπασμός

/pe.ɾi.spaˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κάτι που αποσπά την προσοχή, δε μας αφήνει να συγκεντρωθούμε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περισπασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περισπασμός. Μορφολογικά αναλύεται σε περι- + σπασμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερισπασμόςπερισπασμοί
Γενικήπερισπασμούπερισπασμών
Αιτιατικήπερισπασμόπερισπασμούς
Κλητικήπερισπασμέπερισπασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →