περισσός
•
- συνώνυμο του περίσσιος, σε αφθονία Βικιλεξικό
- "Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
- δώσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες
- γλήγορα και να πιάσουμε κάτω 'ς την Αλαμάνα,
- που ναι ταμπούρια δυνατά κι’ όμορφα μετερίζια".
- περισσότερος απ' ό,τι είναι αναγκαίο, περιττός Βικιλεξικό
- στην έκφραση: ως εκ περισσού
Ετυμολογία
περισσός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περισσός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περισσός | περισσή | περισσό |
| Γενική | περισσού | περισσής | περισσού |
| Αιτιατική | περισσό | περισσή | περισσό |
| Κλητική | περισσέ | περισσή | περισσό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περισσοί | περισσές | περισσά |
| Γενική | περισσών | περισσών | περισσών |
| Αιτιατική | περισσούς | περισσές | περισσά |
| Κλητική | περισσοί | περισσές | περισσά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →