περιστασιακός
•
- που έχει σχέση ή αφορά μια συγκεκριμένη περίσταση Βικιλεξικό
- Οι δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ των επιμέρους κοινωνιών των χωρικών είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και ο συνδετικός κρίκος που συναρθρώνει όλες αυτές τις κοινωνίες σε ένα σύνολο δεν είναι άλλος από το κράτος, με τους πάγιους αλλά και περιστασιακούς μηχανισμούς του (Κώστας Κωστής, Ξανακοιτώντας την ιστορία του κράτους στην Ελλάδα (19ος - 21ος αιώνας), εκδ. Πατάκης, 2024)
- που συμβαίνει εξαιτίας ορισμένων συγκυριών ή περιστάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιστασιακός < → δείτε τις λέξεις περίσταση και -ιακός, (σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά circonstanciel
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιστασιακός | περιστασιακή | περιστασιακό |
| Γενική | περιστασιακού | περιστασιακής | περιστασιακού |
| Αιτιατική | περιστασιακό | περιστασιακή | περιστασιακό |
| Κλητική | περιστασιακέ | περιστασιακή | περιστασιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιστασιακοί | περιστασιακές | περιστασιακά |
| Γενική | περιστασιακών | περιστασιακών | περιστασιακών |
| Αιτιατική | περιστασιακούς | περιστασιακές | περιστασιακά |
| Κλητική | περιστασιακοί | περιστασιακές | περιστασιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →