Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιστεροτροφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την περιστεροτροφία ή τον περιστεροτρόφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιστεροτροφικός < περιστεροτρόφος + -ικός < ελληνιστική κοινή περιστεροτρόφος < αρχαία ελληνική περιστερά + -τρόφος < τρέφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριστεροτροφικόςπεριστεροτροφικήπεριστεροτροφικό
Γενικήπεριστεροτροφικούπεριστεροτροφικήςπεριστεροτροφικού
Αιτιατικήπεριστεροτροφικόπεριστεροτροφικήπεριστεροτροφικό
Κλητικήπεριστεροτροφικέπεριστεροτροφικήπεριστεροτροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριστεροτροφικοίπεριστεροτροφικέςπεριστεροτροφικά
Γενικήπεριστεροτροφικώνπεριστεροτροφικώνπεριστεροτροφικών
Αιτιατικήπεριστεροτροφικούςπεριστεροτροφικέςπεριστεροτροφικά
Κλητικήπεριστεροτροφικοίπεριστεροτροφικέςπεριστεροτροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →