περιστόμιο
•
- ό,τι βρίσκεται γύρω από κάποιο στόμιο Βικιλεξικό
- Νοτιοανατολικά του μνημείου εντοπίστηκε πηγάδι με πώρινο περιστόμιο και αργολιθοδομή καθώς και υποδοχές κατάβασης. Το βάθος του φτάνει στα 15,30 μ., όπου υπάρχει νερό.
- Πνευστά (αερόφωνα). Λειτουργούν με το φύσημα, την εκπνοή του αέρα από τους ανθρώπινους πνεύμονες. […] Με απλό περιστόμιο: φλάουτο και πίκολο. Με μονή γλωττίδα: κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο, σαξόφωνο.
Ετυμολογία
περιστόμιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιστόμιον < αρχαία ελληνική περι- + στόμ(α) + -ιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιστόμιο | περιστόμια |
| Γενική | περιστομίου / περιστόμιου | περιστομίων / περιστόμιων |
| Αιτιατική | περιστόμιο | περιστόμια |
| Κλητική | περιστόμιο | περιστόμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →