περισώζω
•
- διασώζω κάποιον ή κάτι ανάμεσα σε πολλά άλλα, από ένα σύνολο που καταστράφηκε ή που κινδυνεύει Βικιλεξικό
- το Λιμενικό Σώμα περιέσωσε σήμερα τριάντα ανθρώπους από το ναυάγιο
- κατάφερα να περισώσω μερικά πράγματα από την πυρκαγιά που κατέστρεψε το σπίτι
Ετυμολογία
περισώζω < αρχαία ελληνική περισῴζω < περί + σῴζω. Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + σώζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περισώζω | περισώζεις | περισώζει | περισώζουμε | περισώζετε | περισώζουν / περισώζουνε |
| Παρατατικός | περιέσωζα | περιέσωζες | περιέσωζε | περισώζαμε | περισώζατε | περιέσωζαν / περισώζαν / περισώζανε |
| Αόριστος | περιέσωσα | περιέσωσες | περιέσωσε | περισώσαμε | περισώσατε | περιέσωσαν / περισώσαν / περισώσανε |
| Μέλλοντας | θα περισώζω / θα περισώσω | θα περισώζεις / θα περισώσεις | θα περισώζει / θα περισώσει | θα περισώζουμε / θα περισώσουμε | θα περισώζετε / θα περισώσετε | θα περισώζουν / θα περισώζουνε / θα περισώσουν / θα περισώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περισώσει | έχεις περισώσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περισώσει | είχες περισώσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περισώσει / να περισώζω / να περισώσω | να έχεις περισώσει / να περισώζεις / να περισώσεις | να περισώζει / να περισώσει | να περισώζουμε / να περισώσουμε | να περισώζετε / να περισώσετε | να περισώζουν / να περισώζουνε / να περισώσουν / να περισώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε περισωσμένο / περίσωζε / περίσωσε | — | — | περισώζετε / περισώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
περισώθηκαπερισώζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →