περιτριγυρίζω
•
- τριγυρίζω γύρω από κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- Η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» επινοεί μια καινούργια γλώσσα, ακατανόητη, μένει ακίνητη για ώρες μπροστά στον αρραβωνιαστικό της, προκειμένου να «ξαλαφρώσει από το βάρος και την αοριστία ενός κόσμου γεμάτου αντιθέσεις που την περιτριγυρίζει, τη φοβίζει και δεν την αφήνει να ησυχάσει». (εφ. Ελευθεροτυπία, 12.01.2014)
Ετυμολογία
περιτριγυρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική περιτριγυρίζω < περι- + τριγυρίζω < τριγύρω < τρι- + γύρω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιτριγυρίζω | περιτριγυρίζεις | περιτριγυρίζει | περιτριγυρίζουμε | περιτριγυρίζετε | περιτριγυρίζουν / περιτριγυρίζουνε |
| Παρατατικός | περιτριγύριζα | περιτριγύριζες | περιτριγύριζε | περιτριγυρίζαμε | περιτριγυρίζατε | περιτριγυρίζαν / περιτριγυρίζανε / περιτριγύριζαν |
| Αόριστος | περιτριγύρισα | περιτριγύρισες | περιτριγύρισε | περιτριγυρίσαμε | περιτριγυρίσατε | περιτριγυρίσαν / περιτριγυρίσανε / περιτριγύρισαν |
| Μέλλοντας | θα περιτριγυρίζω / θα περιτριγυρίσω | θα περιτριγυρίζεις / θα περιτριγυρίσεις | θα περιτριγυρίζει / θα περιτριγυρίσει | θα περιτριγυρίζουμε / θα περιτριγυρίσουμε | θα περιτριγυρίζετε / θα περιτριγυρίσετε | θα περιτριγυρίζουν / θα περιτριγυρίζουνε / θα περιτριγυρίσουν / θα περιτριγυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιτριγυρίσει | έχεις περιτριγυρίσει | έχει περιτριγυρίσει | έχουμε περιτριγυρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιτριγυρίσει | είχες περιτριγυρίσει | είχε περιτριγυρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιτριγυρίσει / να περιτριγυρίζω / να περιτριγυρίσω | να έχεις περιτριγυρίσει / να περιτριγυρίζεις / να περιτριγυρίσεις | να έχει περιτριγυρίσει / να περιτριγυρίζει / να περιτριγυρίσει | να έχουμε περιτριγυρίσει / να περιτριγυρίζουμε / να περιτριγυρίσουμε | να περιτριγυρίζετε / να περιτριγυρίσετε | να περιτριγυρίζουν / να περιτριγυρίζουνε / να περιτριγυρίσουν / να περιτριγυρίσουνε |
| Προστακτική | — | περιτριγύριζε / περιτριγύρισε | — | — | περιτριγυρίζετε / περιτριγυρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
περιτριγυρίστηκαπεριτριγυρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →