Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιττός

/pe.ɾiˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι άχρηστος ή μη αναγκαίος, γιατί είναι περισσότερος από το κανονικό ή το αναγκαίο Βικιλεξικό
    • Τα λόγια είναι περιττά.
    • «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελαφρολαϊκός, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο πού κυκλοφορεῖ γιά τή νοθευμένη ἔντεχνη λαϊκή μίμηση στή μουσική. (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, τομ. 1, 1984, σελ. 121)
  2. μαθηματικάακέραιος αριθμός που έχει υπόλοιπο όταν διαιρείται με το 2 Βικιλεξικό
    • Όλοι οι πρώτοι αριθμοί εκτός από το 2 είναι περιττοί, π.χ. 3, 5, 7, 11.

Ετυμολογία

περιττός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιττός (αττικός τύπος : περισσός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριττόςπεριττήπεριττό
Γενικήπεριττούπεριττήςπεριττού
Αιτιατικήπεριττόπεριττήπεριττό
Κλητικήπεριττέπεριττήπεριττό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριττοίπεριττέςπεριττά
Γενικήπεριττώνπεριττώνπεριττών
Αιτιατικήπεριττούςπεριττέςπεριττά
Κλητικήπεριττοίπεριττέςπεριττά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →