περιυβρίζω
•
- λόγιοκαθυβρίζω ή φέρομαι προσβλητικά ή περιφρονητικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιυβρίζω < αρχαία ελληνική περιυβρίζω < περί + ὑβρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιυβρίζω | περιυβρίζεις | περιυβρίζει | περιυβρίζουμε | περιυβρίζετε | περιυβρίζουν / περιυβρίζουνε |
| Παρατατικός | περιύβριζα | περιύβριζες | περιύβριζε | περιυβρίζαμε | περιυβρίζατε | περιυβρίζαν / περιυβρίζανε / περιύβριζαν |
| Αόριστος | περιύβρισα | περιύβρισες | περιύβρισε | περιυβρίσαμε | περιυβρίσατε | περιυβρίσαν / περιυβρίσανε / περιύβρισαν |
| Μέλλοντας | θα περιυβρίζω / θα περιυβρίσω | θα περιυβρίζεις / θα περιυβρίσεις | θα περιυβρίζει / θα περιυβρίσει | θα περιυβρίζουμε / θα περιυβρίσουμε | θα περιυβρίζετε / θα περιυβρίσετε | θα περιυβρίζουν / θα περιυβρίζουνε / θα περιυβρίσουν / θα περιυβρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιυβρίσει | έχεις περιυβρίσει | έχει περιυβρίσει | έχουμε περιυβρίσει | έχετε περιυβρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιυβρίσει | είχες περιυβρίσει | είχε περιυβρίσει | είχαμε περιυβρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιυβρίσει / να περιυβρίζω / να περιυβρίσω | να έχεις περιυβρίσει / να περιυβρίζεις / να περιυβρίσεις | να έχει περιυβρίσει / να περιυβρίζει / να περιυβρίσει | να έχουμε περιυβρίσει / να περιυβρίζουμε / να περιυβρίσουμε | να έχετε περιυβρίσει / να περιυβρίζετε / να περιυβρίσετε | να περιυβρίζουν / να περιυβρίζουνε / να περιυβρίσουν / να περιυβρίσουνε |
| Προστακτική | — | περιύβριζε / περιύβρισε | — | — | περιυβρίζετε / περιυβρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →