περιφέρεια
•
- γεωμετρίατο περίγραμμα ενός κύκλου ή μιας έλλειψης Βικιλεξικό
- το μήκος του περιγράμματος ενός κύκλου ή μιας έλλειψης
- (ανθρώπινο σώμα) το μέτρο της νοητής καμπύλης που περικλείει τη μέση ή το στήθος
- διοικητική διαίρεση μιας χώρας Βικιλεξικό
- μία από τις δεκατρείς υποδιαιρέσεις της ελληνικής επικρατείας που αντιστοιχούν στον τρίτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης και διοικούνται από ένα περιφερειάρχη
- οι περιοχές που βρίσκονται μακριά από την πρωτεύουσα ή το κέντρο
Ετυμολογία
περιφέρεια < αρχαία ελληνική περιφέρεια < περιφερής < περιφέρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιφέρεια | περιφέρειες |
| Γενική | περιφέρειας | περιφερειών |
| Αιτιατική | περιφέρεια | περιφέρειες |
| Κλητική | περιφέρεια | περιφέρειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →