Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιφερειακά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. περιφεριακή μονάδα ή ψηφιακό μηχάνημα συνδεδεμένο με υπολογιστή, παρελκόμενα του υπολογιστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιφερειακά < περιφερειακός + -ά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεριφερειακάπεριφερειακά
Γενική—περιφερειακών
Αιτιατική—περιφερειακά
Κλητική—περιφερειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

περιφερειακά

επίρρημα
•
  1. στην περιφέρεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιφερειακά < περιφερειακός + -ά

Άλλοι τύποι

περιφερειακάπεριφερειακών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →