Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιφερειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την περιφέρεια, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Πολλοί πυρήνες αποτελούν την αχτίδα με την αχτιδική επιτροπή. Πολλές αχτίδες, την περιφερειακή επιτροπή. Πολλές περιφερειακές τις περιοχές με τα γραφεία τους και πιο πάνω η Κεντρική Επιτροπή, το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδας (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, εκδ. Γνώση, 1986, σελ. 198)
    • Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
  2. που έχει σχέση με δρόμο που κινείται περιμετρικά μιας αστικής ή οικιστικής περιοχής ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιφερειακός < περιφέρεια + -ακός (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική périphérique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριφερειακόςπεριφερειακήπεριφερειακό
Γενικήπεριφερειακούπεριφερειακήςπεριφερειακού
Αιτιατικήπεριφερειακόπεριφερειακήπεριφερειακό
Κλητικήπεριφερειακέπεριφερειακήπεριφερειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριφερειακοίπεριφερειακέςπεριφερειακά
Γενικήπεριφερειακώνπεριφερειακώνπεριφερειακών
Αιτιατικήπεριφερειακούςπεριφερειακέςπεριφερειακά
Κλητικήπεριφερειακοίπεριφερειακέςπεριφερειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →