περιφρονώ
•
- αισθάνομαι ή/και δείχνω περιφρόνηση για κάτι ή κάποιον που αποδοκιμάζω ηθικά Βικιλεξικό
- αισθάνομαι ή/και δείχνω περιφρόνηση για κάτι ή κάποιον που θεωρώ κατώτερό μου· αγνοώ, σνομπάρω Βικιλεξικό
- δείχνω περιφρόνηση για όρους, νόμους, ρυθμίσεις, συμφωνίες· αγνοώ· αψηφώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιφρονώ < αρχαία ελληνική περιφρονέω / περιφρονῶ < περί + φρονέω / φρονῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιφρονώ | περιφρονείς | περιφρονεί | περιφρονούμε | περιφρονείτε | περιφρονούν / περιφρονούνε |
| Παρατατικός | περιφρονούσα | περιφρονούσες | περιφρονούσε | περιφρονούσαμε | περιφρονούσατε | περιφρονούσαν / περιφρονούσανε |
| Αόριστος | περιφρόνησα | περιφρόνησες | περιφρόνησε | περιφρονήσαμε | περιφρονήσατε | περιφρονήσαν / περιφρονήσανε / περιφρόνησαν |
| Μέλλοντας | θα περιφρονήσω / θα περιφρονώ | θα περιφρονήσεις / θα περιφρονείς | θα περιφρονήσει / θα περιφρονεί | θα περιφρονήσουμε / θα περιφρονούμε | θα περιφρονήσετε / θα περιφρονείτε | θα περιφρονήσουν / θα περιφρονήσουνε / θα περιφρονούν / θα περιφρονούνε |
| Παρακείμενος | έχω περιφρονήσει | έχεις περιφρονήσει | έχει περιφρονήσει | έχουμε περιφρονήσει | έχετε περιφρονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιφρονήσει | είχες περιφρονήσει | είχε περιφρονήσει | είχαμε περιφρονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιφρονήσει / να περιφρονήσω / να περιφρονώ | να έχεις περιφρονήσει / να περιφρονήσεις / να περιφρονείς | να έχει περιφρονήσει / να περιφρονήσει / να περιφρονεί | να έχουμε περιφρονήσει / να περιφρονήσουμε / να περιφρονούμε | να έχετε περιφρονήσει / να περιφρονήσετε / να περιφρονείτε | να περιφρονήσουν / να περιφρονήσουνε / να περιφρονούν / να περιφρονούνε |
| Προστακτική | — | περιφρόνει / περιφρόνησε | — | — | περιφρονήστε / περιφρονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →