περιφρουρούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος περιφρουρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιφρουρούμαι | περιφρουρείσαι | περιφρουρείται | περιφρουρούμαστε | περιφρουρείστε | περιφρουρούνται |
| Παρατατικός | περιφρουρούμουν | περιφρουρούσουν | περιφρουρούνταν | περιφρουρούμασταν / περιφρουρούμαστε | περιφρουρούσασταν / περιφρουρούσαστε | περιφρουρούνταν |
| Αόριστος | περιφρουρήθηκα | περιφρουρήθηκες | περιφρουρήθηκε | περιφρουρηθήκαμε | περιφρουρηθήκατε | περιφρουρήθηκαν / περιφρουρηθήκαν / περιφρουρηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα περιφρουρηθώ / θα περιφρουρούμαι | θα περιφρουρείσαι / θα περιφρουρηθείς | θα περιφρουρείται / θα περιφρουρηθεί | θα περιφρουρηθούμε / θα περιφρουρούμαστε | θα περιφρουρείστε / θα περιφρουρηθείτε | θα περιφρουρηθούν / θα περιφρουρηθούνε / θα περιφρουρούνται |
| Παρακείμενος | έχω περιφρουρηθεί | έχεις περιφρουρηθεί | έχει περιφρουρηθεί | έχουμε περιφρουρηθεί | έχετε περιφρουρηθεί | έχουν περιφρουρηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιφρουρηθεί | είχες περιφρουρηθεί | είχε περιφρουρηθεί | είχαμε περιφρουρηθεί | είχατε περιφρουρηθεί | είχαν περιφρουρηθεί |
| Υποτακτική | να έχω περιφρουρηθεί / να περιφρουρηθώ / να περιφρουρούμαι | να έχεις περιφρουρηθεί / να περιφρουρείσαι / να περιφρουρηθείς | να έχει περιφρουρηθεί / να περιφρουρείται / να περιφρουρηθεί | να έχουμε περιφρουρηθεί / να περιφρουρηθούμε / να περιφρουρούμαστε | να έχετε περιφρουρηθεί / να περιφρουρείστε / να περιφρουρηθείτε | να έχουν περιφρουρηθεί / να περιφρουρηθούν / να περιφρουρηθούνε / να περιφρουρούνται |
| Προστακτική | — | περιφρουρήσου | — | — | περιφρουρείστε / περιφρουρηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →