περιωπή
•
- μέρος ψηλό από όπου κανείς βλέπει μακράν και ολόγυρα, τόπος περίοπτος Βικιλεξικό
- μεταφορικά«άνθρωπος υψηλής περιωπής», μεγάλης αξίας, καταγωγής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιωπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιωπή < περί + -ωψ του μέλ. όψομαι και πρκ. όπωπα του ρ. ορώ= βλέπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιωπή | περιωπές |
| Γενική | περιωπής | περιωπών |
| Αιτιατική | περιωπή | περιωπές |
| Κλητική | περιωπή | περιωπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →