Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιωπή

/pe.ɾi.oˈpi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μέρος ψηλό από όπου κανείς βλέπει μακράν και ολόγυρα, τόπος περίοπτος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικά«άνθρωπος υψηλής περιωπής», μεγάλης αξίας, καταγωγής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιωπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιωπή < περί + -ωψ του μέλ. όψομαι και πρκ. όπωπα του ρ. ορώ= βλέπω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεριωπήπεριωπές
Γενικήπεριωπήςπεριωπών
Αιτιατικήπεριωπήπεριωπές
Κλητικήπεριωπήπεριωπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →