Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιώνυμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γνωστός σε όλους, που όλοι ξέρουν το όνομά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιώνυμος < αρχαία ελληνική περιώνυμος < περί + ὄνυμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριώνυμοςπεριώνυμηπεριώνυμο
Γενικήπεριώνυμουπεριώνυμηςπεριώνυμου
Αιτιατικήπεριώνυμοπεριώνυμηπεριώνυμο
Κλητικήπεριώνυμεπεριώνυμηπεριώνυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριώνυμοιπεριώνυμεςπεριώνυμα
Γενικήπεριώνυμωνπεριώνυμωνπεριώνυμων
Αιτιατικήπεριώνυμουςπεριώνυμεςπεριώνυμα
Κλητικήπεριώνυμοιπεριώνυμεςπεριώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →