περονιαίος
•
- ανατομίαπου έχει σχέση με την περόνη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περονιαίος < περόνη + -ιαίος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική péronier ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική peroneal
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περονιαίος | περονιαία | περονιαίο |
| Γενική | περονιαίου | περονιαίας | περονιαίου |
| Αιτιατική | περονιαίο | περονιαία | περονιαίο |
| Κλητική | περονιαίε | περονιαία | περονιαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περονιαίοι | περονιαίες | περονιαία |
| Γενική | περονιαίων | περονιαίων | περονιαίων |
| Αιτιατική | περονιαίους | περονιαίες | περονιαία |
| Κλητική | περονιαίοι | περονιαίες | περονιαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →