Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περονιαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με την περόνη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περονιαίος < περόνη + -ιαίος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική péronier ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική peroneal

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερονιαίοςπερονιαίαπερονιαίο
Γενικήπερονιαίουπερονιαίαςπερονιαίου
Αιτιατικήπερονιαίοπερονιαίαπερονιαίο
Κλητικήπερονιαίεπερονιαίαπερονιαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερονιαίοιπερονιαίεςπερονιαία
Γενικήπερονιαίωνπερονιαίωνπερονιαίων
Αιτιατικήπερονιαίουςπερονιαίεςπερονιαία
Κλητικήπερονιαίοιπερονιαίεςπερονιαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →