Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περονοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρει περόνες Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένο: το περονοφόρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περονοφόρος < περόν(η) + -ο- + -φόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερονοφόροςπερονοφόρα / περονοφόροςπερονοφόρο
Γενικήπερονοφόρουπερονοφόρας / περονοφόρουπερονοφόρου
Αιτιατικήπερονοφόροπερονοφόρα / περονοφόροπερονοφόρο
Κλητικήπερονοφόρεπερονοφόρα / περονοφόρεπερονοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερονοφόροιπερονοφόρες / περονοφόροιπερονοφόρα
Γενικήπερονοφόρωνπερονοφόρωνπερονοφόρων
Αιτιατικήπερονοφόρουςπερονοφόρες / περονοφόρουςπερονοφόρα
Κλητικήπερονοφόροιπερονοφόρες / περονοφόροιπερονοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →