Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περουζές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο πολύτιμος λίθος κάλαϊς Βικιλεξικό
    • Μες στην καρδιά του, πάντοτε Ασιανός· αλλά στους τρόπους του και στην λαλιά του Έλλην, με περουζέδες στολισμένος, ελληνοντυμένος, το σώμα του με μύρον ιασεμιού ευωδιασμένο, […]

Ετυμολογία

περουζές < (άμεσο δάνειο) τουρκική peruze < περσική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερουζέςπερουζέδες
Γενικήπερουζέπερουζέδων
Αιτιατικήπερουζέπερουζέδες
Κλητικήπερουζέπερουζέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →