περπάτημα
•
- η ενέργεια του περπατάω Βικιλεξικό
- κάνω μια βόλτα κάθε απόγευμα, γιατί το περπάτημα κάνει καλό στην υγεία
- ¨≈ συνώνυμα: βάδισμα Βικιλεξικό
- ο ιδιαίτερος, προσωπικός τρόπος που περπατά κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περπάτημα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική περπάτημα < (περπατῶ) περαπτη- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περπάτημα | περπατήματα |
| Γενική | περπατήματος | περπατημάτων |
| Αιτιατική | περπάτημα | περπατήματα |
| Κλητική | περπάτημα | περπατήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →