Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περτσές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόχαίτη του αλόγου Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικότσουλούφι, αφέλεια στο μέτωπο Βικιλεξικό
    • Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.

Ετυμολογία

περτσές < τουρκική perçem < περσική پرچم (parçam) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →