περτσές
•
- ιδιωματικόχαίτη του αλόγου Βικιλεξικό
- ιδιωματικότσουλούφι, αφέλεια στο μέτωπο Βικιλεξικό
- Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.
Ετυμολογία
περτσές < τουρκική perçem < περσική پرچم (parçam) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →