πεσσός
•
- αρχιτεκτονικήμια από τις τετράγωνες κολόνες που στηρίζουν έναν θόλο Βικιλεξικό
- το παιχνίδι των πεσσών που παιζόταν στην αρχαιότητα (πεσσεία) Βικιλεξικό
- το πούλι ή πιόνι παιχνιδιού, όπως π.χ. στο σκάκι και στο τάβλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεσσός < αρχαία ελληνική πεσσός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεσσός | πεσσοί |
| Γενική | πεσσού | πεσσών |
| Αιτιατική | πεσσό | πεσσούς |
| Κλητική | πεσσέ | πεσσοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →