πεταλιά
•
- η κυκλική κίνηση του ποδιού πάνω σε πετάλι ποδηλάτου, μοτοποδηλάτου, ή θαλάσσιου ποδηλάτου Βικιλεξικό
- Μια πεταλιά για τη ζωή, μια ανάσα για τη γη. (*)
- η ίδια κίνηση του ποδιού σε γυμναστική άσκηση Βικιλεξικό
- κτύπημα με σιδερένιο πέταλο Βικιλεξικό
- ίχνος πετάλου στο έδαφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεταλιά < πετάλ(ι) + -ιά # πεταλιά < πέταλ(ο) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεταλιά | πεταλιές |
| Γενική | πεταλιάς | πεταλιών |
| Αιτιατική | πεταλιά | πεταλιές |
| Κλητική | πεταλιά | πεταλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →