πεταλουδίζω
•
- σπάνιοπετώ γοργά και με χάρη σαν πεταλούδα Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω επιπόλαιες ερωτικές σχέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεταλουδίζω < πεταλούδα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεταλουδίζω | πεταλουδίζεις | πεταλουδίζει | πεταλουδίζουμε | πεταλουδίζετε | πεταλουδίζουν / πεταλουδίζουνε |
| Παρατατικός | πεταλούδιζα | πεταλούδιζες | πεταλούδιζε | πεταλουδίζαμε | πεταλουδίζατε | πεταλουδίζαν / πεταλουδίζανε / πεταλούδιζαν |
| Αόριστος | πεταλούδισα | πεταλούδισες | πεταλούδισε | πεταλουδίσαμε | πεταλουδίσατε | πεταλουδίσαν / πεταλουδίσανε / πεταλούδισαν |
| Μέλλοντας | θα πεταλουδίζω / θα πεταλουδίσω | θα πεταλουδίζεις / θα πεταλουδίσεις | θα πεταλουδίζει / θα πεταλουδίσει | θα πεταλουδίζουμε / θα πεταλουδίσουμε | θα πεταλουδίζετε / θα πεταλουδίσετε | θα πεταλουδίζουν / θα πεταλουδίζουνε / θα πεταλουδίσουν / θα πεταλουδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πεταλουδίσει | έχεις πεταλουδίσει | έχει πεταλουδίσει | έχουμε πεταλουδίσει | έχετε πεταλουδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεταλουδίσει | είχες πεταλουδίσει | είχε πεταλουδίσει | είχαμε πεταλουδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πεταλουδίσει / να πεταλουδίζω / να πεταλουδίσω | να έχεις πεταλουδίσει / να πεταλουδίζεις / να πεταλουδίσεις | να έχει πεταλουδίσει / να πεταλουδίζει / να πεταλουδίσει | να έχουμε πεταλουδίσει / να πεταλουδίζουμε / να πεταλουδίσουμε | να έχετε πεταλουδίσει / να πεταλουδίζετε / να πεταλουδίσετε | να πεταλουδίζουν / να πεταλουδίζουνε / να πεταλουδίσουν / να πεταλουδίσουνε |
| Προστακτική | — | πεταλούδιζε / πεταλούδισε | — | — | πεταλουδίζετε / πεταλουδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →