Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεταλουδίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του πεταλούδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεταλουδίτσα < πεταλούδα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεταλουδίτσαπεταλουδίτσες
Γενικήπεταλουδίτσας—
Αιτιατικήπεταλουδίτσαπεταλουδίτσες
Κλητικήπεταλουδίτσαπεταλουδίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →