πεταμένος
•
- που τον έχουν πετάξει (σαν κάτι άχρηστο) Βικιλεξικό
- βρέθηκε πεταμένος στο δρόμο
- ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
- μεταφορικάπου έχει ξοδευτεί χωρίς αντίκρισμα Βικιλεξικό
- πεταμένα λεφτά
Ετυμολογία
πεταμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πετώ, πετιέμαι
Άλλοι τύποι
πεταμέναπεταμένεπεταμένεςπεταμένηπεταμένηςπεταμένοπεταμένοιπεταμένοςπεταμένουπεταμένουςπεταμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →