Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεταμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν πετάξει (σαν κάτι άχρηστο) Βικιλεξικό
    • βρέθηκε πεταμένος στο δρόμο
    • ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
  2. μεταφορικάπου έχει ξοδευτεί χωρίς αντίκρισμα Βικιλεξικό
    • πεταμένα λεφτά

Ετυμολογία

πεταμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πετώ, πετιέμαι

Άλλοι τύποι

πεταμέναπεταμένεπεταμένεςπεταμένηπεταμένηςπεταμένοπεταμένοιπεταμένοςπεταμένουπεταμένουςπεταμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πετάμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που πετάει (που ίπταται) Βικιλεξικό
    • πουλί πετάμενο

Ετυμολογία

πετάμενος < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

πετάμεναπετάμενεπετάμενεςπετάμενηπετάμενηςπετάμενοπετάμενοιπετάμενοςπετάμενουπετάμενουςπετάμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →