πεταρίζω
•
- κουνάω τα φτερά μου ελαφρά Βικιλεξικό
- μεταφορικάελαφρές και συνεχείς συσπάσεις Βικιλεξικό
- κουνάω τα φτερά μου με αστάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεταρίζω < συμφυρμός των πετ(ώ) + (λαχτ)αρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεταρίζω | πεταρίζεις | πεταρίζει | πεταρίζουμε | πεταρίζετε | πεταρίζουν / πεταρίζουνε |
| Παρατατικός | πετάριζα | πετάριζες | πετάριζε | πεταρίζαμε | πεταρίζατε | πετάριζαν / πεταρίζαν / πεταρίζανε |
| Αόριστος | πετάρισα | πετάρισες | πετάρισε | πεταρίσαμε | πεταρίσατε | πετάρισαν / πεταρίσαν / πεταρίσανε |
| Μέλλοντας | θα πεταρίζω / θα πεταρίσω | θα πεταρίζεις / θα πεταρίσεις | θα πεταρίζει / θα πεταρίσει | θα πεταρίζουμε / θα πεταρίσουμε | θα πεταρίζετε / θα πεταρίσετε | θα πεταρίζουν / θα πεταρίζουνε / θα πεταρίσουν / θα πεταρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πεταρίσει | έχεις πεταρίσει | έχει πεταρίσει | έχουμε πεταρίσει | έχετε πεταρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεταρίσει | είχες πεταρίσει | είχε πεταρίσει | είχαμε πεταρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πεταρίσει / να πεταρίζω / να πεταρίσω | να έχεις πεταρίσει / να πεταρίζεις / να πεταρίσεις | να έχει πεταρίσει / να πεταρίζει / να πεταρίσει | να έχουμε πεταρίσει / να πεταρίζουμε / να πεταρίσουμε | να έχετε πεταρίσει / να πεταρίζετε / να πεταρίσετε | να πεταρίζουν / να πεταρίζουνε / να πεταρίσουν / να πεταρίσουνε |
| Προστακτική | — | πετάριζε / πετάρισε | — | — | πεταρίζετε / πεταρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →