Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεταχτούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόθηλυκό του πεταχτούλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεταχτούλα < πεταχτούλης + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεταχτούλαπεταχτούλες
Γενικήπεταχτούλας—
Αιτιατικήπεταχτούλαπεταχτούλες
Κλητικήπεταχτούλαπεταχτούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →