Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεταχτούλης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοο χαριτωμένος και ζωηρούλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεταχτούλης < πεταχτ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεταχτούληςπεταχτούλα / πεταχτούλούλαπεταχτούλικο / πεταχτούλούλικο
Γενικήπεταχτούληπεταχτούλαςπεταχτούλικου
Αιτιατικήπεταχτούληπεταχτούλαπεταχτούλικο
Κλητικήπεταχτούληπεταχτούλαπεταχτούλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεταχτούληδεςπεταχτούλεςπεταχτούλικα
Γενικήπεταχτούληδων—πεταχτούλικων
Αιτιατικήπεταχτούληδεςπεταχτούλεςπεταχτούλικα
Κλητικήπεταχτούληδεςπεταχτούλεςπεταχτούλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →