πεταχτούλης
•
- οικείοο χαριτωμένος και ζωηρούλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεταχτούλης < πεταχτ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεταχτούλης | πεταχτούλα / πεταχτούλούλα | πεταχτούλικο / πεταχτούλούλικο |
| Γενική | πεταχτούλη | πεταχτούλας | πεταχτούλικου |
| Αιτιατική | πεταχτούλη | πεταχτούλα | πεταχτούλικο |
| Κλητική | πεταχτούλη | πεταχτούλα | πεταχτούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεταχτούληδες | πεταχτούλες | πεταχτούλικα |
| Γενική | πεταχτούληδων | — | πεταχτούλικων |
| Αιτιατική | πεταχτούληδες | πεταχτούλες | πεταχτούλικα |
| Κλητική | πεταχτούληδες | πεταχτούλες | πεταχτούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →