Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πετεινά

/pe.tiˈna/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τα πτηνά, τα πουλιά (συναντάται μόνο στη φράση τα πετεινά του ουρανού) Βικιλεξικό
    • Κάντε λιγάκι υπομονή κι ο Πανάγαθος, που φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού, δε θα ξέχάσει το ποίμνιό του! (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])

Ετυμολογία

πετεινά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πετεινά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπετεινάπετεινά
Γενική—πετεινών
Αιτιατική—πετεινά
Κλητική—πετεινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →