πετεινά
•
- τα πτηνά, τα πουλιά (συναντάται μόνο στη φράση τα πετεινά του ουρανού) Βικιλεξικό
- Κάντε λιγάκι υπομονή κι ο Πανάγαθος, που φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού, δε θα ξέχάσει το ποίμνιό του! (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])
Ετυμολογία
πετεινά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πετεινά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πετεινά | πετεινά |
| Γενική | — | πετεινών |
| Αιτιατική | — | πετεινά |
| Κλητική | — | πετεινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →