Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πετιέμαι

/peˈtçe.me/ρήμα
•
  1. , στις σημασίες: με πετάνε Βικιλεξικό
  2. , στις σημασίες: με πετάνε Βικιλεξικό
  3. , στις σημασίες: με πετάνε Βικιλεξικό
  4. κινούμαι απότομα και ορμητικά Βικιλεξικό
  5. παίρνω τον λόγο απότομα και συνήθως άκαιρα Βικιλεξικό
    • Μην πετιέσαι σαν πορδή!
    • Να μην πετιέσαι σαν πορδή!
  6. πηγαίνω κάπου, σε κοντινή συνήθως απόσταση, με σκοπό να επιστρέψω γρήγορα Βικιλεξικό
    • Ας το μπουκάλι στην κουζίνα, και πετάξου απέναντι στην κυρα-Χρυσή να της πεις νάρθει δυο λεπτά που θέλω να της μιλήσω.
  7. σημείωση: η σημασία «κινούμαι στον αέρα» δεν έχει παθητική φωνή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πετιέμαι < παθητική φωνή του ρήματος πετάω / πετώ

Άλλοι τύποι

απετάγομαιπετάχτηκαπεταγμένοςπεταγόμουνπεταχτώπετιόμουν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →