πετιέμαι
•
- , στις σημασίες: με πετάνε Βικιλεξικό
- , στις σημασίες: με πετάνε Βικιλεξικό
- , στις σημασίες: με πετάνε Βικιλεξικό
- κινούμαι απότομα και ορμητικά Βικιλεξικό
- παίρνω τον λόγο απότομα και συνήθως άκαιρα Βικιλεξικό
- Μην πετιέσαι σαν πορδή!
- Να μην πετιέσαι σαν πορδή!
- πηγαίνω κάπου, σε κοντινή συνήθως απόσταση, με σκοπό να επιστρέψω γρήγορα Βικιλεξικό
- Ας το μπουκάλι στην κουζίνα, και πετάξου απέναντι στην κυρα-Χρυσή να της πεις νάρθει δυο λεπτά που θέλω να της μιλήσω.
- σημείωση: η σημασία «κινούμαι στον αέρα» δεν έχει παθητική φωνή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετιέμαι < παθητική φωνή του ρήματος πετάω / πετώ
Άλλοι τύποι
απετάγομαιπετάχτηκαπεταγμένοςπεταγόμουνπεταχτώπετιόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →