πετονιά
•
- το νήμα για ψάρεμα από στέρεο υλικό όπου στερεώνεται το αγκίστρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετονιά < άγνωστης ετυμολογίας ίσως πετ(ώ) + -όνι με τροπή σε θηλυκό (όπως τα συνώνυμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πετονιά | πετονιές |
| Γενική | πετονιάς | πετονιών |
| Αιτιατική | πετονιά | πετονιές |
| Κλητική | πετονιά | πετονιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →