Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πετράδι

/peˈtɾa.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πολύτιμος λίθος ή ημιπολύτιμος λίθος Βικιλεξικό
    • Συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές , οι Βυζαντινοί χρυσοχόοι σκαλίζουν τα ευγενή μέταλλα, σμιλεύουν τους ημιπολύτιμους λίθους, ίασπη, σαρδόνυχα, λαζουρίτη, αχάτες και την ορεία κρύσταλλο, λεπτουργούν με μοναδική μαστοριά επιπεδόγλυφα και περίκλειστα σμάλτα και δένουν μαργαριτάρια, πετράδια και πολύχρωμα υέλια στα θελκτικά τους μικροτεχνήματα (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχοΐας, 1995, σελ. 85)
  2. ειδικότεραπολύτιμος λίθος ή ημιπολύτιμος λίθος προσαρμοσμένος σε κάποιο κόσμημα, στέμμα κλπ Βικιλεξικό
  3. ειρωνικόάνθρωπος αμφίβολης ηθικής Βικιλεξικό
    • Πρόσεχέ τον γιατί, είναι ένα πετράδι, Θεός να σε φυλάει! — πετράδι Λεξικό του Κάτου

Ετυμολογία

πετράδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πετράδι, πετράδιν. Συγχρονικά αναλύεται σε πέτρ(α) + -άδι.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπετράδιπετράδια
Γενικήπετραδιούπετραδιών
Αιτιατικήπετράδιπετράδια
Κλητικήπετράδιπετράδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →