πετραχήλι
•
- θρησκείαάμφιο από στενόμακρο ύφασμα που στηρίζεται στον τράχηλο και το φορούν οι ιερείς, όταν τελούν ένα μυστήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετραχήλι < μεσαιωνική ελληνική πετραχήλι < ελληνιστική κοινή περιτραχήλιον, ουδέτερο του περιτραχήλιος < περί + αρχαία ελληνική τράχηλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πετραχήλι | πετραχήλια |
| Γενική | πετραχηλιού | πετραχηλιών |
| Αιτιατική | πετραχήλι | πετραχήλια |
| Κλητική | πετραχήλι | πετραχήλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →