Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πετρελαιοπαραγωγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την πετρελαιοπαραγωγή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πετρελαιοπαραγωγικός < πετρελαιοπαραγωγ(ή) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπετρελαιοπαραγωγικόςπετρελαιοπαραγωγικήπετρελαιοπαραγωγικό
Γενικήπετρελαιοπαραγωγικούπετρελαιοπαραγωγικήςπετρελαιοπαραγωγικού
Αιτιατικήπετρελαιοπαραγωγικόπετρελαιοπαραγωγικήπετρελαιοπαραγωγικό
Κλητικήπετρελαιοπαραγωγικέπετρελαιοπαραγωγικήπετρελαιοπαραγωγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπετρελαιοπαραγωγικοίπετρελαιοπαραγωγικέςπετρελαιοπαραγωγικά
Γενικήπετρελαιοπαραγωγικώνπετρελαιοπαραγωγικώνπετρελαιοπαραγωγικών
Αιτιατικήπετρελαιοπαραγωγικούςπετρελαιοπαραγωγικέςπετρελαιοπαραγωγικά
Κλητικήπετρελαιοπαραγωγικοίπετρελαιοπαραγωγικέςπετρελαιοπαραγωγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →