πετριχώρ
•
- λόγιοη χαρακτηριστική γήινη μυρωδιά που αναδύεται, όταν οι πρώτες σταγόνες βροχής πέσουν πάνω σε ξηρό έδαφος, η οποία προκύπτει από την αποδέσμευση πτητικών ελαίων και οργανικών ουσιών (π.χ. γεωσμίνη) που είχε συγκρατήσει το έδαφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετριχώρ < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική petrichor < αρχαία ελληνική πέτρα + ἰχώρ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →