Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πετρογενετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πετρογένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπετρογενετική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πετρογενετικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική petrogenetic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pétrogénétique < αρχαία ελληνική πέτρα + γένεσις

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπετρογενετικόςπετρογενετικήπετρογενετικό
Γενικήπετρογενετικούπετρογενετικήςπετρογενετικού
Αιτιατικήπετρογενετικόπετρογενετικήπετρογενετικό
Κλητικήπετρογενετικέπετρογενετικήπετρογενετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπετρογενετικοίπετρογενετικέςπετρογενετικά
Γενικήπετρογενετικώνπετρογενετικώνπετρογενετικών
Αιτιατικήπετρογενετικούςπετρογενετικέςπετρογενετικά
Κλητικήπετρογενετικοίπετρογενετικέςπετρογενετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →