πετροκότσυφας
•
- στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Μυιοθηριδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετροκότσυφας < πέτρα + κότσυφας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πετροκότσυφας | πετροκότσυφες |
| Γενική | πετροκότσυφα | πετροκοτσύφων |
| Αιτιατική | πετροκότσυφα | πετροκότσυφες |
| Κλητική | πετροκότσυφα | πετροκότσυφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →