πετροπαγίδα
•
- παρωχημένοπαγίδα για πουλιά που αποτελείται από πέτρα με ασταθή στήριξη, απώλεια της οποίας έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση της πέτρας πάνω στο πουλί Βικιλεξικό
- διάταξη που απομακρύνει τις πέτρες από μηχανικά κυκλώματα επεξεργασίας όπως εκκοκκιστήρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετροπαγίδα < πέτρ(α) + -ο- + παγίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πετροπαγίδα | πετροπαγίδες |
| Γενική | πετροπαγίδας | πετροπαγίδων |
| Αιτιατική | πετροπαγίδα | πετροπαγίδες |
| Κλητική | πετροπαγίδα | πετροπαγίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →