πετσετούλα
•
- υποκοριστικό του πετσέτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετσετούλα < πετσέτα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πετσετούλα | πετσετούλες |
| Γενική | πετσετούλας | — |
| Αιτιατική | πετσετούλα | πετσετούλες |
| Κλητική | πετσετούλα | πετσετούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →