πετσιάζω
•
- σχηματίζω κρούστα / πέτσα σε επιφάνεια Βικιλεξικό
- γίνομαι σκληρός όπως το πετσί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετσιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πετσιάζω < πέτσ(α) -ιάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →