πετσόκομμα
•
- οικείοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πετσοκόβω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετσόκομμα < πετσοκόβ(ω) + -μα με -κομμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πετσόκομμα | πετσοκόμματα |
| Γενική | πετσοκόμματος | πετσοκομμάτων |
| Αιτιατική | πετσόκομμα | πετσοκόμματα |
| Κλητική | πετσόκομμα | πετσοκόμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →