πεφταστέρι
•
- αστρονομίακοινή ονομασία για τον διάττοντα αστέρα: ο μικρός μετεωροειδής που λάμπει καθώς έρχεται με ταχύτητα σε επαφή με την ατμόσφαιρα της γης και αναφλέγεται Βικιλεξικό
- Α! Πεφταστέρι! Κάνε γρήγορα μια ευχή!
- Η λάμψη των πράσινων ματιών του είχε χαθεί κι έμοιαζε με εκείνα τα μακρινά πεφταστέρια που εκρήγνυνται ακθαμβωτικά στον σκοτεινό ουρανό, διαγράφουν μια φωτεινή τροχιά, για να σβήσουν απαλά μέσα στη νύχτα (Μάκης Καραγιάννης, Η σκόνη του κόσμου όταν γκρεμίζεται, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
Ετυμολογία
πεφταστέρι < πέφτ(ει) + αστέρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεφταστέρι | πεφταστέρια |
| Γενική | πεφταστεριού | πεφταστεριών |
| Αιτιατική | πεφταστέρι | πεφταστέρια |
| Κλητική | πεφταστέρι | πεφταστέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →