πεχαμετρικός
•
- χημείαπου έχει σχέση με το πεχάμετρο ή το πεχά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεχαμετρικός < πεχάμετρο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεχαμετρικός | πεχαμετρική | πεχαμετρικό |
| Γενική | πεχαμετρικού | πεχαμετρικής | πεχαμετρικού |
| Αιτιατική | πεχαμετρικό | πεχαμετρική | πεχαμετρικό |
| Κλητική | πεχαμετρικέ | πεχαμετρική | πεχαμετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεχαμετρικοί | πεχαμετρικές | πεχαμετρικά |
| Γενική | πεχαμετρικών | πεχαμετρικών | πεχαμετρικών |
| Αιτιατική | πεχαμετρικούς | πεχαμετρικές | πεχαμετρικά |
| Κλητική | πεχαμετρικοί | πεχαμετρικές | πεχαμετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →