Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεχαμετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με το πεχάμετρο ή το πεχά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεχαμετρικός < πεχάμετρο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεχαμετρικόςπεχαμετρικήπεχαμετρικό
Γενικήπεχαμετρικούπεχαμετρικήςπεχαμετρικού
Αιτιατικήπεχαμετρικόπεχαμετρικήπεχαμετρικό
Κλητικήπεχαμετρικέπεχαμετρικήπεχαμετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεχαμετρικοίπεχαμετρικέςπεχαμετρικά
Γενικήπεχαμετρικώνπεχαμετρικώνπεχαμετρικών
Αιτιατικήπεχαμετρικούςπεχαμετρικέςπεχαμετρικά
Κλητικήπεχαμετρικοίπεχαμετρικέςπεχαμετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →