πεϊνιρλί
•
- είδος μακρόστενης πίτας από ζύμη ανοικτής στο κέντρο, πλασμένης με τέτοιον τρόπο ώστε να μην πέφτουν τα διάφορα φαγώσιμα υλικά που περιέχει στο άνοιγμα, στο κέντρο, και σερβίρεται μόλις ψηθεί Βικιλεξικό
- Του είχε ξυπνήσει τη νοσταλγία για την εποχή που πήγαιναν οικογενειακώς στη Δροσιά για πεϊνιρλί, μαζί με τον θείο Δημήτρη, τη θεία Κατερίνα και τις ξαδέλφες του, τη Σόνια και την Τατιάνα. Πως μοσχοβολούσε το λιωμένο βούτυρο! (Χίλντα Παπαδημητρίου, Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)
Ετυμολογία
πεϊνιρλί < (άμεσο δάνειο) τουρκική (poğaça) peynirli (=μπουγάτσα με τυρί) < peynir < περσική پنیر (panir, τυρί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεϊνιρλί | πεϊνιρλιά |
| Γενική | πεϊνιρλιού | πεϊνιρλιών |
| Αιτιατική | πεϊνιρλί | πεϊνιρλιά |
| Κλητική | πεϊνιρλί | πεϊνιρλιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →