πεύκο
•
- δέντρορητινοφόρο αειθαλές δέντρο του γένους Pinus, με παχύ, τραχύ κι αυλακωμένο κορμό που αναπτύσσει μεγάλο ύψος, φύλλα σε μορφή βελόνων (πευκοβελόνες) και επιμήκεις ή κυλινδρικούς κώνους (κουκουνάρια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεύκο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πεύκη, με αλλαγή γένους κατ' αναλογία προς το δέντρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεύκο | πεύκα |
| Γενική | πεύκου | πεύκων |
| Αιτιατική | πεύκο | πεύκα |
| Κλητική | πεύκο | πεύκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →