Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηγάζω

/piˈɣa.zo/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάξεπηδώ από πηγή, αναβλύζω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπροέρχομαι, εκπορεύομαι Βικιλεξικό
    • Το όνομα του όρους Μιτσικέλι πηγάζει από τη σλαβική λέξη μέτσκα που θα πει αρκούδα. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)

Ετυμολογία

πηγάζω < αρχαία ελληνική πηγάζω < πηγή

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπηγάζωπηγάζειςπηγάζειπηγάζουμεπηγάζετεπηγάζουν / πηγάζουνε
Παρατατικόςπήγαζαπήγαζεςπήγαζεπηγάζαμεπηγάζατεπήγαζαν / πηγάζαν / πηγάζανε
Αόριστοςπήγασαπήγασεςπήγασεπηγάσαμεπηγάσατεπήγασαν / πηγάσαν / πηγάσανε
Μέλλονταςθα πηγάζω / θα πηγάσωθα πηγάζεις / θα πηγάσειςθα πηγάζει / θα πηγάσειθα πηγάζουμε / θα πηγάσουμεθα πηγάζετε / θα πηγάσετεθα πηγάζουν / θα πηγάζουνε / θα πηγάσουν / θα πηγάσουνε
Παρακείμενοςέχω πηγάσειέχεις πηγάσειέχει πηγάσειέχουμε πηγάσειέχετε πηγάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πηγάσειείχες πηγάσειείχε πηγάσειείχαμε πηγάσει——
Υποτακτικήνα έχω πηγάσει / να πηγάζω / να πηγάσωνα έχεις πηγάσει / να πηγάζεις / να πηγάσειςνα έχει πηγάσει / να πηγάζει / να πηγάσεινα έχουμε πηγάσει / να πηγάζουμε / να πηγάσουμενα έχετε πηγάσει / να πηγάζετε / να πηγάσετενα πηγάζουν / να πηγάζουνε / να πηγάσουν / να πηγάσουνε
Προστακτική—πήγαζε / πήγασε——πηγάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

πηγάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →