πηγάζω
•
- κυριολεκτικάξεπηδώ από πηγή, αναβλύζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροέρχομαι, εκπορεύομαι Βικιλεξικό
- Το όνομα του όρους Μιτσικέλι πηγάζει από τη σλαβική λέξη μέτσκα που θα πει αρκούδα. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)
Ετυμολογία
πηγάζω < αρχαία ελληνική πηγάζω < πηγή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πηγάζω | πηγάζεις | πηγάζει | πηγάζουμε | πηγάζετε | πηγάζουν / πηγάζουνε |
| Παρατατικός | πήγαζα | πήγαζες | πήγαζε | πηγάζαμε | πηγάζατε | πήγαζαν / πηγάζαν / πηγάζανε |
| Αόριστος | πήγασα | πήγασες | πήγασε | πηγάσαμε | πηγάσατε | πήγασαν / πηγάσαν / πηγάσανε |
| Μέλλοντας | θα πηγάζω / θα πηγάσω | θα πηγάζεις / θα πηγάσεις | θα πηγάζει / θα πηγάσει | θα πηγάζουμε / θα πηγάσουμε | θα πηγάζετε / θα πηγάσετε | θα πηγάζουν / θα πηγάζουνε / θα πηγάσουν / θα πηγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πηγάσει | έχεις πηγάσει | έχει πηγάσει | έχουμε πηγάσει | έχετε πηγάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πηγάσει | είχες πηγάσει | είχε πηγάσει | είχαμε πηγάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πηγάσει / να πηγάζω / να πηγάσω | να έχεις πηγάσει / να πηγάζεις / να πηγάσεις | να έχει πηγάσει / να πηγάζει / να πηγάσει | να έχουμε πηγάσει / να πηγάζουμε / να πηγάσουμε | να έχετε πηγάσει / να πηγάζετε / να πηγάσετε | να πηγάζουν / να πηγάζουνε / να πηγάσουν / να πηγάσουνε |
| Προστακτική | — | πήγαζε / πήγασε | — | — | πηγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πηγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →